Μετάφραση του "Sklerose" σε Ελληνικά
Οι σκλήρυνση, σκλήρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sklerose" σε Ελληνικά.
Sklerose
noun
feminine
Sklerose (fachsprachlich)
-
σκλήρυνση
Leider tritt thymische Sklerose in allen Klassen der denobulanischen Gesellschaft auf.
Δυστυχώς η σκλήρυνση πλήττει όλες τις κοινωνικές ομάδες.
-
σκλήρωση
Ich ging mit ihr zu einem Spezialisten, und der Verdacht auf multiple Sklerose bestätigte sich.
Την πήγα σ’ έναν ειδικευμένο γιατρό και έτσι βεβαιωθήκαμε ότι έπασχε από πολλαπλή σκλήρωση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sklerose " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Sklerose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολλαπλή σκλήρυνση · πολλαπλή σκλήρυνση
-
σκλήρυνση κατά πλάκας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη