Μετάφραση του "Slowake" σε Ελληνικά
Το Σλοβάκος είναι η μετάφραση του "Slowake" σε Ελληνικά.
Slowake
noun
masculine
γραμματική
Eine Person slovakischer Nationalität.
-
Σλοβάκος
noun masculineDie Schwedin Ylva ist mit Martin, einem Slowaken, verheiratet.
Η Ylva που είναι Σουηδή είναι παντρεμένη με τον Martin που είναι Σλοβάκος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Slowake " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη