Μετάφραση του "Smog" σε Ελληνικά

Οι αιθαλομίχλη, νέφος, καπνομίχλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Smog" σε Ελληνικά.

Smog noun Noun masculine γραμματική

Suppe (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθαλομίχλη

    noun feminine

    Luftverschmutzung bestehend aus Rauch und Nebel.

    Solche Probleme können auf giftige Schadstoffe, sauren Regen, städtischen Smog und Rauch zurückzuführen sein.

    Στους ρύπους στην ατμόσφαιρα συμπεριλαμβάνονται οι τοξικοί ρύποι, η όξινη βροχή, η αστική αιθαλομίχλη, και ο καπνός.

  • νέφος

    noun neuter

    Ich flog früher oft, aber der Smog ist eklig.

    Πετούσα συνέχεια, αλλά τώρα το νέφος είναι αηδία.

  • καπνομίχλη

    feminine
  • Φωτοχημικό νέφος

    Luftverschmutzung

    Jüngsten Messungen zufolge wird der photochemische Smog in Athen durch einen hohen Gehalt an Benzol noch verstärkt.

    Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις το φωτοχημικό νέφος της Αθήνα επιβαρύνθηκε με την έντονη παρουσία του βενζολίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Smog " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Smog" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Smog" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη