Μετάφραση του "Sol" σε Ελληνικά
Το σολ είναι η μετάφραση του "Sol" σε Ελληνικά.
Sol
noun
neuter
γραμματική
Sol (fachsprachlich) [..]
-
σολ
noun neuterSol bat mich einmal, einen Dildo zu tragen.
Ο Σολ μία φορά μου ζήτησε να φορέσω ντίλντο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Sol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πόντα ντο Σολ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη