Μετάφραση του "Sortieren" σε Ελληνικά
Οι ταξινόμηση, ταξινομώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sortieren" σε Ελληνικά.
Sortieren
-
ταξινόμηση
noun feminineDie Sachkenntnis auf dem Gebiet des Trocknens und Sortierens wurde auf den Lofoten von einer Generation an die nächste weitergegeben.
Οι γνώσεις σχετικά με την ξήρανση και την ποιοτική ταξινόμηση μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά στο Lofoten.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sortieren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
sortieren
verb
γραμματική
kommissionieren (fachsprachlich) [..]
-
ταξινομώ
verbSpäter sollte ich Papier, Blechdosen und Knochen sortieren.
Αργότερα μου ανέθεσαν να ταξινομώ το χαρτί, τις κονσέρβες και τα κόκαλα.
Φράσεις παρόμοιες με "Sortieren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανάμεικτες αντιδράσεις · διαφορετικές αντιδράσεις
-
ταξινόμηση σελίδων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη