Μετάφραση του "Spülung" σε Ελληνικά

Οι καζανάκι, πλύση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spülung" σε Ελληνικά.

Spülung noun Noun feminine γραμματική

Eine Substanz, die beim Waschen (Kleidung oder Haare) benutzt wird, um Sachen weicher zu machen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καζανάκι

    neuter

    Ihr solltet nur die Spülung ziehen, nachdem ihr euren Darm erleichtert.

    Απλά ζητάω όταν κάνετε την ανάγκη σας, να τραβάτε το καζανάκι.

  • πλύση

    Die Spülung hat alle Spuren von DXM aus seinem Körper entfernt.

    Με την πλύση αφαιρέθηκε όλη η ποσότητα δεξτρομεθορφάνης από τον οργανισμό σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spülung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spülung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη