Μετάφραση του "Spannen" σε Ελληνικά

Οι τέντωμα, τεντώνω, σφίγγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spannen" σε Ελληνικά.

Spannen noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τέντωμα

    Die Haut kann manchmal immer noch spannen, um den Einschnittbereich herum, aber das ist völlig normal.

    Μπορεί να νιώσετε ένα τέντωμα ή μία αίσθηση τραβήγματος κοντά στην περιοχή της τομής, και είναι απόλυτα φυσιολογικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spannen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

spannen verb γραμματική

spannen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεντώνω

    verb
  • σφίγγω

    verb

    Eine zusätzliche oder eingebaute Einrichtung, die das Gurtband des Sicherheitsgurts bei Zusammenstößen so spannt, dass die Gurtlose verringert wird.

    Πρόσθετος ή ολοκληρωμένος μηχανισμός που σφίγγει τον ιμάντα της ζώνης ασφαλείας για να είναι η ζώνη λιγότερο χαλαρή σε περίπτωση σύγκρουσης.

  • οπλίζω

    verb

    Was tu ich, wenn ich meine Waffe spanne?

    Τι κάνω πάντα όταν οπλίζω τα όπλα μου;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρακολουθώ
    • στερεώνω
    • τανύζω
    • τείνω
    • τραβώ
    • τσιτώνω
    • δένω
    • καυλώνω

Φράσεις παρόμοιες με "Spannen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spannen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη