Μετάφραση του "Spargel" σε Ελληνικά

Οι σπαράγγι, Σπαράγγια, απαράγγι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spargel" σε Ελληνικά.

Spargel noun masculine γραμματική

Asparagus officinalis (lat.) (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπαράγγι

    noun neuter

    Aufgrund dieses Geschmacks unterscheidet er sich von anderem Spargel.

    Χάρη στην ιδιαίτερη αυτή γεύση του, το συγκεκριμένο σπαράγγι ξεχωρίζει από τα άλλα.

  • Σπαράγγια

  • απαράγγι

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spargel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Spargel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spargel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη