Μετάφραση του "Spielen" σε Ελληνικά

Οι κρούση, παίξιμο, παίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spielen" σε Ελληνικά.

Spielen noun Noun neuter γραμματική

ein Blasinstrument [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρούση

    Ist ein Spieler getroffen, gibt die Batterie ihm einen 12-Volt-Schlag, damit er nicht aufsteht, bis das Spiel zu Ende ist.

    Αν χτυπηθεί ο παίχτης, μια μπαταρία στέλνει 12βολτο κρούση που τον ακινητοποιεί μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι.

  • παίξιμο

    Nur, dass er gesagt hat, mein Spiel habe sein Leben gerettet.

    Το μόνο που ήξερα ήταν το παίξιμο μου του έσωσε την ζωή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spielen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

spielen verb γραμματική

zocken (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίζω

    verb

    Ich habe noch nie Golf gespielt, aber ich werde es versuchen.

    Δεν έχω ακόμη παίξει ποτέ γκολφ αλλά θα το προσπαθήσω.

  • υποδύομαι

    verb

    Weißt du, ich habe es gründlich satt, diese schwache, verwundbare Laurel zu spielen.

    Είχα βαρεθεί και κουραστεί να υποδύομαι την αδύναμη κι ευάλωτη Λόρελ.

  • στοιχηματίζω

    verb

    Du hast kochen gelernt, ich, niemals mit etwas zu spielen, was man nicht verlieren will.

    Ο πατέρας σου έμαθε πως να μαγειρεύεις, ο δικό μου να μην στοιχηματίζω με κάτι πριν είμαι έτοιμη να το χάσω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαδραματίζω
    • συμπεριφέρομαι
    • Παίζω
    • καμώνομαι

Εικόνες με "Spielen"

Φράσεις παρόμοιες με "Spielen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spielen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη