Μετάφραση του "Spielzeug" σε Ελληνικά

Οι παιχνίδι, παιχνίδακι, παιχνίδια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spielzeug" σε Ελληνικά.

Spielzeug noun neuter γραμματική

Gegenstand, der zur Unterhaltung oder zum Spielen entworfen wurde, üblicherweise für Kinder bestimmt [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιχνίδι

    noun neuter

    αντικείμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για παιχνίδι

    Tom hat sein neues Spielzeug kaputtgemacht.

    Ο Τομ έσπασε το καινούριο του παιχνίδι.

  • παιχνίδακι

    noun neuter
  • παιχνίδια

    noun

    Zum Trinken vorgesehene Spielzeuge gehören in diese Kategorie.

    Μεταξύ των προϊόντων αυτών είναι και παιχνίδια που χρησιμοποιούν τα παιδιά για να πιουν.

  • Το παιχνίδι (στρατιωτάκια, αυτοκινητάκια κτλ)

    Das Spielzeug (e)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spielzeug " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Spielzeug" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spielzeug" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη