Μετάφραση του "Spion" σε Ελληνικά

Οι κατάσκοπος, χαφιές, μυστικός πληροφοριοδότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spion" σε Ελληνικά.

Spion noun Noun masculine γραμματική

Spitzel (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάσκοπος

    noun masculine

    Person, engagiert in der Beschaffung von Informationen, die geheim oder vertraulich sind

    Tom ist ein Spion.

    Ο Τομ είναι κατάσκοπος.

  • χαφιές

    noun masculine

    Es gibt einen Spion beim LAPD oder den Marshals.

    Υπάρχει χαφιές στην τοπική ή την ομοσπονδιακή αστυνομία.

  • μυστικός πληροφοριοδότης

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πράκτορας
    • σπιούνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Spion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη