Μετάφραση του "Sprache" σε Ελληνικά
Οι γλώσσα, ομιλία, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sprache" σε Ελληνικά.
Die Art eines Menschen, zu reden oder sich auszudrücken. [..]
-
γλώσσα
noun feminineMenge aller komplexen Systeme der Kommunikation [..]
Die neugriechische Sprache hat viele Lehnwörter aus dem Französischen.
H νεοελληνική δανείστηκε πολλές λέξεις από τη γαλλική γλώσσα.
-
ομιλία
noun feminineEs ist schwer zu sagen, ob es die Sprache oder auch sein Wahrnehmungsvermögen beeinträchtigt hat.
Είναι δύσκολο να πούμε αν έχει διαταραχθεί η ομιλία του ή και η αντίληψή του.
-
λόγος
noun masculineEs sei in den Sprachen abgefaßt gewesen, in denen diese üblicherweise miteinander kommuniziert hätten.
Η καθής υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε κανένας βάσιμος λόγος για την παράτασή της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Γλώσσα
- φρασεολογία
- διάλεκτος
- Οσιτανικά
- ιδιογλωσσία
- λαλιά
- Ομιλία
- κώδικας
- αγόρευση
- σλοβενικά
- γλώσσα προγραμματισμού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sprache " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Sprache" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χεττιτική γλώσσα
-
σκωτική γλώσσα
-
Αρχαία περσική γλώσσα
-
Τεχνητή γλώσσα
-
γλώσσα συγκεκριμένη για τον τομέα
-
εβραϊκή γλώσσα
-
ρωσικά · ρωσική γλώσσα
-
σερβική γλώσσα