Μετάφραση του "Sprachgebrauch" σε Ελληνικά

Το χρήση της γλώσσας είναι η μετάφραση του "Sprachgebrauch" σε Ελληνικά.

Sprachgebrauch noun masculine γραμματική

Die Art und Weise in der Wörter in der Praxis benutzt werden.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήση της γλώσσας

    Betrifft: Unterstützung und Statistiken betreffend den Sprachgebrauch indigener Minderheiten

    Θέμα: Υποστήριξη και στατιστικές για τη χρήση της γλώσσας από αυτόχθονες μειονότητες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sprachgebrauch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sprachgebrauch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη