Μετάφραση του "Spray" σε Ελληνικά
Οι ψεκασμός, σπρέι, ψιχάλες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spray" σε Ελληνικά.
Spray
noun
Noun
masculine
neuter
γραμματική
-
ψεκασμός
noun masculineArt der Kühlmethode (Luft, Immersion, Spray
είδος χρησιμοποιηθείσας μεθόδου ψύξης (αέρας, εμβάπτιση, ψεκασμός
-
σπρέι
Wahrscheinlich werde ich ein wenig runter sein, bis ich das Spray wieder verwende.
Θα πέσω λίγο μέχρι να ξαναχρησιμοποιήσω το σπρέι.
-
ψιχάλες
f-p
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Spray " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη