Μετάφραση του "Sprengstoff" σε Ελληνικά

Οι Εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτική ύλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sprengstoff" σε Ελληνικά.

Sprengstoff noun masculine γραμματική

Sprengstoff (Stephen King)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκρηκτικές ύλες

    explosionsgefährlicher Stoff

    Zubereitete Sprengstoffe, ausgenommen Schießpulver

    Εκρηκτικές ύλες παρασκευασμένες, άλλες από τις προωθητικές πυρίτιδες

  • εκρηκτικές ύλες

    Pulver und Sprengstoffe; pyrotechnische Artikel; Zuendhölzer; Zuendmetallegierungen; leicht entzuendliche Stoffe

    Πυρίτιδες και εκρηκτικές ύλες, είδη πυροτεχνίας, σπίρτα, πυροφονικά κράματα, εύφλεκτες ύλες

  • εκρηκτική ύλη

    Diesen Rohrabschnitt aufrecht auf eine ebene Fläche stellen und den entsprechend geformten Sprengstoff einführen.

    Η διαμορφωμένη εκρηκτική ύλη εισάγεται στον κύλινδρο ενώ αυτός κρατείται όρθιος πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια.

  • εκρηκτικό

    Darin befindet sich ein Sprengstoff, der bei Luftkontakt explodiert.

    Έχει ένα εκρηκτικό μέσα που εκρήγνυται σε επαφή με τον αέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sprengstoff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Sprengstoff"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sprengstoff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη