Μετάφραση του "Sprit" σε Ελληνικά
Οι οινόπνευμα, αλκοόλ, καύσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sprit" σε Ελληνικά.
Sprit
noun
Noun
masculine
γραμματική
Sprit (umgangssprachlich) [..]
-
οινόπνευμα
noun neuter -
αλκοόλ
noun neuter -
καύσιμο
nounIch fasse es nicht, dass sie uns den Sprit klauen.
Δεν μπορώ να πιστέψω οτι μας κλέβουν τα καύσιμα.
-
καύσιμο κινητήρα
Jeder gasförmige oder flüssige Brennstoff, der in einer Verbrennungskraftmaschine verbrennt.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sprit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη