Μετάφραση του "Stabsichtigkeit" σε Ελληνικά
Το αστιγματισμός είναι η μετάφραση του "Stabsichtigkeit" σε Ελληνικά.
Stabsichtigkeit
Astigmatismus (fachsprachlich)
-
αστιγματισμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Stabsichtigkeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη