Μετάφραση του "Staffelei" σε Ελληνικά

Οι καβαλέτο, οκρίβαντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Staffelei" σε Ελληνικά.

Staffelei noun feminine γραμματική

Ein aufrechtes Gestell, typischerweise auf drei Beinen, zum Ausstellen oder Halten von etwas, wie der Leinwand eines Kunstmalers.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καβαλέτο

    noun neuter

    Als ich neben ihrer Staffelei saß und sah,

    Όπως καθόμουν στο πλάι από το καβαλέτο,

  • οκρίβαντας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Staffelei " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Staffelei"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Staffelei" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη