Μετάφραση του "Starrheit" σε Ελληνικά

Οι ακαμψία, δυσκαμψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Starrheit" σε Ελληνικά.

Starrheit noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακαμψία

    noun

    Da ist zu lesen von der Starrheit der Löhne, die vermindert werden soll.

    Αυτή η πολιτική της Επιτροπής μιλά για την ακαμψία των μισθών, που πρέπει να μειωθεί.

  • δυσκαμψία

    Ich bin davon überzeugt, dass Starrheit und Bürokratie stets lauern.

    Πιστεύω ότι ελλοχεύει πάντα η δυσκαμψία και η γραφειοκρατία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Starrheit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Starrheit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη