Μετάφραση του "Stempeln" σε Ελληνικά

Οι σφράγισμα, βουλώνω, σταμπάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stempeln" σε Ελληνικά.

Stempeln noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφράγισμα

    noun

    Genauer wird das Stempeln von Importeiern in der Durchführungsverordnung der Kommission geregelt werden.

    Λεπτομερείς κανόνες για το σφράγισμα των εισαγόμενων αυγών θα θεσπιστούν στον κανονισμό εφαρμογής της Επιτροπής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stempeln " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

stempeln verb γραμματική

sein Siegel auf etw. setzen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουλώνω

    verb
  • σταμπάρω

  • σφραγίζω

    verb

    Und wenn ich es nicht stemple, verlieren Sie Ihren Job.

    Κι αν δεν τη σφραγίσω, θα σε βγάλουν απ'τη δουλειά.

Φράσεις παρόμοιες με "Stempeln" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εργαλείο επισφράγισης · εργαλείο στάμπας
  • γραμματόσημο
  • Ύπερος · βούλα · κριάρι · κριός · στάμπα · σφραγίδα · ύπερος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stempeln" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη