Μετάφραση του "Stenographie" σε Ελληνικά

Οι στενογραφία, ταχυγραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stenographie" σε Ελληνικά.

Stenographie

Steno (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενογραφία

    noun feminine
  • ταχυγραφία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stenographie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stenographie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη