Μετάφραση του "Steuerung" σε Ελληνικά

Οι διαχείριση, οδήγηση, έλεγχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Steuerung" σε Ελληνικά.

Steuerung noun feminine γραμματική

Angleichung (z.B. von Wellen)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχείριση

    noun masculine

    Dokumente, aus denen hervorgeht, dass die Steuerung des Konzentrationsrisikos im Einklang mit dem Sanierungsplan des Verbunds steht.

    έγγραφα που να καταδεικνύουν ότι η διαχείριση του κινδύνου συγκέντρωσης συνάδει με το σχέδιο ανάκαμψης του δικτύου.

  • οδήγηση

    noun

    die Steuerung der Pixel-Adressierung

    την οδήγηση εικονοψηφίδων διευθυνσιοδότησης

  • έλεγχος

    noun

    Der Hauptschalter muss sich normalerweise in der Stellung ‚örtliche Steuerung‘ befinden.

    Ο “γενικός διακόπτης” κανονικά πρέπει να είναι στη θέση “τοπικός έλεγχος”.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύστημα διεύθυνσης
    • χειρισμός
    • ελεγκτής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Steuerung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Steuerung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Steuerung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη