Μετάφραση του "Stickstoff" σε Ελληνικά

Το άζωτο είναι η μετάφραση του "Stickstoff" σε Ελληνικά.

Stickstoff noun Noun masculine γραμματική

Nitrogenium (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άζωτο

    noun neuter

    χημικό στοιχείο με σύμβολο Ν και ατομικό αριθμό 7 [..]

    Die Abgase sind mit gefilterter Umgebungsluft, synthetischer Luft oder Stickstoff zu verdünnen.

    Η αραίωση των καυσαερίων γίνεται με φιλτραρισμένο αέρα περιβάλλοντος, συνθετικό αέρα ή άζωτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stickstoff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Stickstoff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stickstoff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη