Μετάφραση του "Stillen" σε Ελληνικά

Οι Θηλασμός, γαλούχηση, θηλασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stillen" σε Ελληνικά.

Stillen noun feminine neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θηλασμός

    Ernährung des Säuglings und Kleinkinds an der Brust

    Stillen und Milchpulver in Afrika

    Θηλασμός και γάλα υπό μορφή σκόνης στην Αφρική

  • γαλούχηση

    noun

    Üblicherweise „erstreckte sich das Stillen über eine Zeit von zwei bis drei Jahren“, erklärt Childs.

    Κατά κανόνα, «η γαλούχηση διαρκούσε για μια περίοδο δύο ή τριών χρόνων», εξηγεί ο Τσάιλντς.

  • θηλασμός

    Noun

    Wie berichtet wird, schützt das Stillen auch vor Atemwegserkrankungen.

    Αναφέρεται επίσης ότι ο θηλασμός προστατεύει από αναπνευστικές παθήσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stillen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

stillen verb γραμματική

Die Intensität einer Situation oder eines Zustandes verringern. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θηλάζω

    verb

    Je öfter sie stillt, desto mehr Milch wird produziert.

    Όσο πιο πολύ θηλάζετε, τόσο πιο πολύ γάλα θα παράγετε.

  • βυζαίνω

    verb
  • γαλουχώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ικανοποιώ
    • σβήνω τη δίψα μου τη πείνα μου | ξεδιψάω χορταίνω
    • σταματώ
    • χορταίνω
    • σβήνω

Φράσεις παρόμοιες με "Stillen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stillen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη