Μετάφραση του "Stirn" σε Ελληνικά

Οι κούτελο, μέτωπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stirn" σε Ελληνικά.

Stirn noun feminine γραμματική

Der Teil des Gesichts zwischen dem Haarstrich und den Augenbrauen.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κούτελο

    Oder ihm eine Gabel in die Stirn hauen.

    Ή να του χώσω ένα πιρούνι στο κούτελο.

  • μέτωπο

    noun neuter

    Der Teil des Gesichts zwischen dem Haarstrich und den Augenbrauen.

    Tom küsste Maria auf die Stirn.

    Ο Τομ φίλησε το μέτωπο της Μαίρης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stirn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Stirn"

Φράσεις παρόμοιες με "Stirn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stirn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη