Μετάφραση του "Stocken" σε Ελληνικά
Οι αδιέξοδο, κομπιάζω, σκαλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stocken" σε Ελληνικά.
Stocken
-
αδιέξοδο
noun neuterErstens wollte ich den Verhandlungen bringen, die schon zu lange ins Stocken geraten sind, neuen Schwung verleihen.
Πρώτον, να δοθεί νέα ώθηση στις διαπραγματεύσεις που έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο εδώ και πολύ καιρό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Stocken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
stocken
verb
γραμματική
nicht weiterkommen (umgangssprachlich)
-
κομπιάζω
Wenn ich daraus vorlese, komme ich nicht ins Stocken.
«Δεν κομπιάζω όταν τη διαβάζω μεγαλόφωνα.
-
σκαλώνω
-
σταματώ
verbIn diesem Moment stockte mein Herz.
Εκείνη τη στιγμή η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά.
Φράσεις παρόμοιες με "Stocken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μονάδα φύλαξης στοκ
-
στον όγδοο όροφο
-
όροφος
-
στον πρώτο όροφο
-
βέργα · κλαδί · κλαρί · μπαγκέτα · μπαστούνι · ξύλο · πάτωμα · ράβδος · ραβδί · στοκ · όροφος
-
πάτωμα · όροφος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη