Μετάφραση του "Stoff" σε Ελληνικά

Οι ύφασμα, ουσία, πρέζα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stoff" σε Ελληνικά.

Stoff noun masculine γραμματική

(das) Wesentliche [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφασμα

    noun neuter

    Der Stoff leuchtet, wenn er einer Energiequelle ausgesetzt wird.

    Το ύφασμα φωσφορίζει όταν εκτίθεται σε ενεργειακή πηγή.

  • ουσία

    noun feminine

    Keine Prüfung erforderlich, wenn der Stoff anorganisch ist.

    Η μελέτη δεν χρειάζεται να διενεργείται εάν η ουσία είναι ανόργανη.

  • πρέζα

    noun feminine

    Mir ist es egal, ob du Stoff verkauft hast, oder was auch immer.

    Δεν με νοιάζει αν πουλούσες πρέζα ή ότι άλλο έκανες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θέμα
    • ναρκωτικό
    • πράγμα
    • υλικό
    • ύλη
    • στόφα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stoff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

stoff
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύλη

    noun feminine

    Schließlich kamen alle zusammen, um den Stoff zu besprechen.

    Τελικά, όλοι συναντιούνταν για να συζητήσουν την ύλη.

Φράσεις παρόμοιες με "Stoff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stoff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη