Μετάφραση του "Strümpfe" σε Ελληνικά
Το κάλτσα είναι η μετάφραση του "Strümpfe" σε Ελληνικά.
Strümpfe
noun
-
κάλτσα
noun feminineUnd der absurde Brauch mit nur einem Strumpf.
Και το απαράδεκτο έθιμο με μια και μόνο κάλτσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Strümpfe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Strümpfe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάλτσα
-
κάλτσα
-
Κάλτσα · κάλτσα · περιπόδιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη