Μετάφραση του "Streichen" σε Ελληνικά

Οι βάψιμο, βάφω, ακυρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Streichen" σε Ελληνικά.

Streichen noun Noun masculine γραμματική

Butter aufs Brot etc.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάψιμο

    Wenn auch das erledigt ist, dann ist unser Raum bereit, und das Streichen an sich kann losgehen.

    Όταν γίνει αυτό, το δωμάτιό μας είναι έτοιμο για να αρχίσει το κανονικό βάψιμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Streichen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

streichen verb γραμματική

auslesen (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάφω

    verb

    Ich benutzte es, um meinen Aufenthaltsraum ziegelrot zu streichen.

    Το χρησιμοποιούσα για να βάφω τα τούβλα του δωματίου κόκκινα.

  • ακυρώνω

    verb

    Die Eisenbahngesellschaft hat ihre Pläne für zusätzliche Bauten gestrichen.

    Η εταιρεία ακύρωσε τα σχέδια για υπεράριθμα κτίρια.

  • διαγράφω

    verb

    Diese Änderung ist notwendig, da der genannte Anhang, wie bereits ausgeführt, gestrichen wurde.

    Η εν λόγω τροποποίηση είναι αναγκαία διότι, όπως προαναφέρθηκε, το συγκεκριμένο παράρτημα διαγράφεται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακύρωση
    • κατεβάζω
    • μειώνώ
    • χαμηλώνω
    • χαϊδεύω
    • καταδέχομαι
    • ακουμπώ
    • αλείφω
    • απλώνω
    • καταργώ
    • ματαιώνω
    • ξεγράφω
    • περιπλανιέμαι
    • σκουπίζω
    • καταβιβάζω
    • σκοτώνω
    • σβήνω
    • απεικονίζω
    • αναστέλλω

Εικόνες με "Streichen"

Φράσεις παρόμοιες με "Streichen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Streichen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη