Μετάφραση του "Streifen" σε Ελληνικά

Οι λωρίδα, λουρίδα, γραμμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Streifen" σε Ελληνικά.

Streifen noun masculine γραμματική

Streifen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λωρίδα

    noun feminine

    Am Führerhaus ist ein oranger Streifen, aber das ist ein geläufiges Design.

    Υπάρχει μια πορτοκαλί λωρίδα στο πλάι του ταξί αλλά είναι συνηθισμένη.

  • λουρίδα

    noun feminine
  • γραμμή

    noun

    Mitunter ist der Streifen rosa oder sogar hellgrau gefärbt.

    Μερικές φορές η γραμμή αυτή είναι ροζ ή ακόμα και ανοιχτό γκρι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάδρομος
    • ράβδωση
    • ρίγα
    • ταινία
    • παρτέρι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Streifen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

streifen verb γραμματική

streicheln (fig.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θίγω

    Die Diskussion streift auch einen weiteren Kontext, nämlich denjenigen der sozialen Dienstleistungen von allgemeinem Interesse.

    " συζήτηση έθιξε και ένα ευρύτερο πλαίσιο, δηλαδή τις κοινωνικές υπηρεσίες γενικού συμφέροντος.

  • εγγίζω

    verb
  • βγάζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξύνω
    • περιπλανιέμαι
    • αγγίζω

Φράσεις παρόμοιες με "Streifen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ραβδωτός · ριγέ · ριγωτός
  • περίπολος · περιπολία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Streifen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη