Μετάφραση του "Streit" σε Ελληνικά
Οι διαφωνία, τσακωμός, καυγάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Streit" σε Ελληνικά.
Streit
noun
masculine
γραμματική
Zoff (umgangssprachlich) [..]
-
διαφωνία
noun feminineLautstarke oder heftige verbale Konfrontation zwischen zwei oder mehr Menschen.
Man kann es nicht wirklich einen Streit nennen.
Όχι ότι μπορεί να το περιγράψεις σαν διαφωνία.
-
τσακωμός
noun masculineSo ein kleiner Streit zwischen dir und Gran wischt doch nicht...
Ένας μικρός τσακωμός ανάμεσά σας, δεν βγάζει έξω όλα τα χρόνια που...
-
καυγάς
nounLautstarke oder heftige verbale Konfrontation zwischen zwei oder mehr Menschen.
Das ist nicht mein Streit und ich will deshalb nicht erschossen werden.
Δεν είναι καυγάς μου και δεν υπάρχει λόγος να σκοτωθώ, γι`αυτόν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σύγκρουση
- διαμάχη
- έριδα
- διαπληκτισμός
- καβγάς
- λογομαχία
- προστριβή
- σύρραξη
- φιλονικία
- διένεξη
- αλληλοσπαραγμός
- διάσταση
- διαπάλη
- διχόνοια
- φασαρία
- ασυμφωνία
- ρήξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Streit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Streit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τσακώνομαι
-
τσακώνομαι
-
αγωνίζομαι · αντιδικώ · διαπληκτίζομαι · επιπλήττω · καβγαδίζω · καυγαδίζω · πάλη · συζητώ · τσακώνομαι · τσακώνομαι | καβγαδίζω
-
βρίζω
-
δε θέλω να τσακωθούμε
-
όποτε θυμώνεις, μαλώνουμε για καμια ώρα μετά
-
τσακωθήκαμε αλλα τα ξαναβρήκαμε
-
διαπληκτίζομαι · κρουω · λογομαχώ · λογοφέρνω · τσακώνομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη