Μετάφραση του "Stroh" σε Ελληνικά

Το άχυρο είναι η μετάφραση του "Stroh" σε Ελληνικά.

Stroh noun Noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άχυρο

    noun neuter

    Sammelbegriff für ausgedroschene und trockene Halme / Stängel und Blätter von von Nutzpflanzen

    Anstelle des Strohs können moderne Gestelle verwendet werden.

    Το άχυρο μπορεί να αντικατασταθεί από σύγχρονα πλέγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stroh " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Stroh"

Φράσεις παρόμοιες με "Stroh" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αχυρένιος · ψάθινος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stroh" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη