Μετάφραση του "Stupor" σε Ελληνικά

Οι λήθαργος, νάρκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stupor" σε Ελληνικά.

Stupor

Stupor (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λήθαργος

    noun masculine
  • νάρκη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stupor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stupor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη