Μετάφραση του "Styrol" σε Ελληνικά

Οι Στυρένιο, στυρένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Styrol" σε Ελληνικά.

Styrol

farbloser, benzolartig riechender, flüssiger Kohlenwasserstoff

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στυρένιο

    chemische Verbindung

    gibt es noch einen weiteren Ort, wo wir dieses Material, Styrol, finden,

    υπάρχει ακόμη ένα μέρος όπου θα βρείτε αυτό το υλικό, το στυρένιο,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Styrol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

styrol
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • στυρένιο

    gibt es noch einen weiteren Ort, wo wir dieses Material, Styrol, finden,

    υπάρχει ακόμη ένα μέρος όπου θα βρείτε αυτό το υλικό, το στυρένιο,

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Styrol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη