Μετάφραση του "Suchtstoff" σε Ελληνικά
Οι Ναρκωτικό, ναρκωτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Suchtstoff" σε Ελληνικά.
Suchtstoff
Stoff (umgangssprachlich)
-
Ναρκωτικό
Substanzen deren Missbrauch ein Übel für das Individuum darstellt
In Artikel 8 wird das Verfahren zur Anwendung von Kontrollmaßnahmen auf einen neuen Suchtstoff oder eine neue synthetische Droge beschrieben.
Το άρθρο 8 περιγράφει τη διαδικασία εφαρμογής μέτρων ελέγχου σε νέα ναρκωτική ουσία ή νέο συνθετικό ναρκωτικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Suchtstoff " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
suchtstoff
-
ναρκωτικό
noun neuter
Φράσεις παρόμοιες με "Suchtstoff" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνές Όργανο Ελέγχου των Ναρκωτικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη