Μετάφραση του "Supermarkt" σε Ελληνικά

Οι υπεραγορά, σούπερ μάρκετ, σουπερμάρκετ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Supermarkt" σε Ελληνικά.

Supermarkt noun masculine γραμματική

besonders großer [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπεραγορά

    noun feminine

    Ein Selbstbedienungsladen, der Lebensmittel, Fleisch, Obst und Gemüse verkauft und einen hohen Umsatz hat.

    Der Supermarkt ist montags geschlossen, bleibt jedoch an Sonn- und Feiertagen geöffnet.

    Η υπεραγορά της είναι κλειστή τη Δευτέρα, αλλά παραμένει ανοικτή κατά τις Κυριακές και τις αργίες.

  • σούπερ μάρκετ

    neuter

    Tom kauft sein Gemüse lieber auf dem Wochenmarkt als im Supermarkt.

    Ο Τομ προτιμά να αγοράζει τα λαχανικά του στη λαϊκή αγορά παρά στο σούπερ μάρκετ.

  • σουπερμάρκετ

    noun neuter

    ein großes Einzelhandelsgeschäft

    Tom wartet vor dem Supermarkt auf Mary.

    Ο Τομ περιμένει τη Μαίρη μπροστά στο σουπερμάρκετ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σούπερ-μάρκετ
    • μεγάλο κατάστημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Supermarkt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Supermarkt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Supermarkt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη