Μετάφραση του "Synkope" σε Ελληνικά

Οι συγκοπή, λιποθυμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Synkope" σε Ελληνικά.

Synkope noun Noun feminine γραμματική

anfallsartige, kurz dauernde Bewusstlosigkeit [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκοπή

    noun feminine

    Kurz einsetzende Bewusstlosigkeit

    Gemeldet wurden dabei Schwindelgefühl und Benommenheit, jedoch keine Synkope

    Οι αναφορές συμπεριλάμβαναν ζάλη και καρηβαρία, αλλά όχι συγκοπή

  • λιποθυμία

    noun feminine

    Synkope cerebrale Krämpfe transiente globale Amnesie

    Λιποθυμία Σπασμοί Παροδική ολική αμνησία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Synkope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

synkope
+ Προσθήκη

"synkope" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το synkope στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Synkope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη