Μετάφραση του "Tagelohn" σε Ελληνικά

Οι ημερομίσθιο, μεροκάματο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tagelohn" σε Ελληνικά.

Tagelohn

Arbeitsverhältnis, bei dem ein Arbeiter nur für jeweils einen Tag beschäftigt und bezahlt wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ημερομίσθιο

    Noun

    Für ein wenig Weizen würde man einen vollen Tagelohn bezahlen müssen.

    Αναφέρει ότι για να αγοράσει κάποιος μια μικρή μόνο ποσότητα σιταριού, θα έπρεπε να δώσει ένα ολόκληρο ημερομίσθιο.

  • μεροκάματο

    noun

    In jenem Land ist ein Tagelohn von vier Dollar nichts Ungewöhnliches.

    Στη χώρα εκείνη τα τέσσερα δολάρια είναι ένα κανονικό μεροκάματο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tagelohn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tagelohn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη