Μετάφραση του "Tampon" σε Ελληνικά

Οι Ταμπόν, ταμπόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tampon" σε Ελληνικά.

Tampon noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταμπόν

    länglich gepresster Watte- oder Mullbausch, der in der Medizin oder Hygiene Verwendung findet

    Das konnte man ignorieren wie einen falsch sitzenden Tampon.

    Όπως το άβολο ταμπόν ήταν δύσκολο να το αγνοήσεις.

  • ταμπόν

    noun

    Das konnte man ignorieren wie einen falsch sitzenden Tampon.

    Όπως το άβολο ταμπόν ήταν δύσκολο να το αγνοήσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tampon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Tampon"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tampon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη