Μετάφραση του "Teig" σε Ελληνικά

Οι ζύμη, ζυμάρι, φύραμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Teig" σε Ελληνικά.

Teig noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζύμη

    noun feminine

    Vielleicht lassen sie den Teig lange gehen, bevor sie ihn ausrollen.

    Προφανώς αφήνουνε τη ζύμη να στεγνώσει, πριν τα τυλίξουν.

  • ζυμάρι

    noun

    Der Teig wird dünn ausgerollt und auf einem leicht eingeölten Kuchenblech gebacken.

    Το ζυμάρι πλάθεται για να πάρει λεπτό σχήμα και ψήνεται σ’ ένα ταψί αλειμμένο με λίγο λάδι.

  • φύραμα

    Eine Substanz, die man Teig oder Flüssigkeiten als Gärmittel zusetzt; vor allem etwas gesäuerter Teig, der zum Backen aufgehoben wird.

    Ουσία που προστίθεται στο ζυμάρι για να προκαλέσει ζύμωση, ιδιαίτερα ένα κομμάτι όξινου φυράματος που διατηρείται μία ημέρα ή περισσότερο για την παρασκευή προϊόντων αρτοποιίας.

  • Ζυμάρι

    eine essbare Masse, welche beim Kochen und Backen genutzt wird

    Lhr lasst den Teig zu lange gehen, er ist voller Kohlensäure.

    Άφησες και το ζυμάρι, να " κάτσει " υπερβολικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Teig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Teig"

Φράσεις παρόμοιες με "Teig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Teig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη