Μετάφραση του "Telefonapparat" σε Ελληνικά

Οι τηλέφωνο, τηλεφωνική συσκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Telefonapparat" σε Ελληνικά.

Telefonapparat

Telephon (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τηλέφωνο

    noun

    Die Kleine besaß als Spielzeug einen Telefonapparat, und es war ihr bisweilen erlaubt worden, auch für Erwachsene die Zahl zu wählen.

    Το παιδάκι είχε ένα τηλέφωνο για να παίζη και πότε-πότε του επετρέπετο να παίρνη αριθμούς για ενηλίκους.

  • τηλεφωνική συσκευή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Telefonapparat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Telefonapparat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη