Μετάφραση του "Testament" σε Ελληνικά

Το διαθήκη είναι η μετάφραση του "Testament" σε Ελληνικά.

Testament noun neuter γραμματική

das Schriftstück

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαθήκη

    noun feminine

    Form der Verfügung von Todes wegen

    Er konnte mich natürlich nicht in sein Testament aufnehmen.

    Δεν μπορούσε να με βάλει στη διαθήκη, προφανώς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Testament " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Testament"

Φράσεις παρόμοιες με "Testament" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Testament" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη