Μετάφραση του "Textur" σε Ελληνικά

Το υφή είναι η μετάφραση του "Textur" σε Ελληνικά.

Textur noun feminine

Die Beschaffenheit einer Oberfläche oder eines Stoffes.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υφή

    noun

    Die Textur kann mehlig, cremig und butterartig sein oder sehr cremig und kaum mehlig.

    Η υφή μπορεί να είναι αλευρώδης, κρεμώδης και παχύρευστη ή κρεμώδης σφικτή και ελάχιστα αλευρώδης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Textur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Textur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη