Μετάφραση του "Theologe" σε Ελληνικά

Το θεολόγος είναι η μετάφραση του "Theologe" σε Ελληνικά.

Theologe noun masculine γραμματική

Jemand, der Theologie studiert.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεολόγος

    noun masculine

    Person, die Theologie mit wissenschaftlichem Anspruch betreibt [..]

    Zumindest meinen das die ehrbaren Theologen, die unseren Sultan beraten.

    Ή τουλάχιστον έτσι λέει ο σεβαστός θεολόγος του Σουλτάνου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Theologe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Theologe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη