Μετάφραση του "Theorem" σε Ελληνικά

Οι θεώρημα, δόγμα, Θεώρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Theorem" σε Ελληνικά.

Theorem noun neuter γραμματική

Theorem (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεώρημα

    noun neuter

    Μια μαθηματική πρόταση κάποιας αξίας η οποία έχει αποδειχτεί ότι είναι αληθινή.

    Und jeder stellt ca. ein Theorem pro Jahr auf.

    Μπορούμε να πούμε ότι οι Μαθηματικοί παράγουν ένα θεώρημα ανά χρόνο.

  • δόγμα

    noun neuter
  • Θεώρημα

    widerspruchsfreie logische Aussage in der Mathematik

    Wie ich die Lösung für das Ehrenfest Theorem herausfand, zwei Jahre nachdem ich in Ihrer Klasse war.

    Έλυσα το Θεώρημα του Έρενφεστ, δύο χρόνια μετά που ήμουν φοιτητής σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Theorem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Theorem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Theorem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη