Μετάφραση του "Ticket" σε Ελληνικά

Οι εισιτήριο, δελτίο, εισητήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ticket" σε Ελληνικά.

Ticket noun Noun neuter γραμματική

Billett (schweiz.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισιτήριο

    noun neuter

    Schein, der zur Benutzung eines öffentlichen Verkehrsmittels, wie zum Beispiel Bahn oder Bus, berechtigt.

    Vergessen Sie ihr Ticket nicht.

    Μην ξεχάσεις το εισιτήριο.

  • δελτίο

    noun

    Das hast du von Alis Anspruchs-Ticket gekriegt?

    Αυτό πήρες με το δελτίο παραλαβής της Άλι;

  • εισητήριο

    Ich hatte mir ihr Schweigen und mein Ticket zurück erkauft.

    Πλήρωσα τη σιωπή της κι αγόρασα το εισητήριο της επιστροφής μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ticket " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Ticket"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ticket" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη