Μετάφραση του "Tilgung" σε Ελληνικά

Οι απόσβεση, εξάλειψη, εξόφληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tilgung" σε Ελληνικά.

Tilgung noun feminine γραμματική

Rückzahlung (einer Geldschuld)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσβεση

    Noun

    Diese Merkmale müssen bis zur Tilgung der Verbindlichkeit vorliegen.

    Τα χαρακτηριστικά αυτά πρέπει να υπάρχουν καθ’ όλο το διάστημα μέχρι την απόσβεση της εξασφαλιζόμενης υποχρέωσης.

  • εξάλειψη

    Die von Frankreich vorgelegten Pilotprogramme zur Tilgung und Verhütung der Tollwut werden genehmigt.

    Εγκρίνονται τα πρότυπα σχέδια για την εξάλειψη και πρόληψη της λύσσας που υποβλήθηκαν από τη Γαλλία.

  • εξόφληση

    Darüber hinaus werden weitere Privatisierungen ins Auge gefasst, deren Erlöse hauptsächlich zur Tilgung der Schulden verwendet werden sollen.

    Τα νέα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν κυρίως για την εξόφληση χρεών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tilgung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tilgung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη