Μετάφραση του "Toleranz" σε Ελληνικά
Οι ανοχή, επιείκεια, μακροθυμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Toleranz" σε Ελληνικά.
Toleranz
noun
feminine
γραμματική
Toleranz (Münzwesen) [..]
-
ανοχή
noun feminineFür jeden einzelnen Radsatz ist eine maximale Toleranz von 4 % zulässig.
Επίσης, για κάθε μεμονωμένο άξονα, είναι αποδεκτή ανοχή 4 %.
-
επιείκεια
noun femininedie gleiche Toleranz, die wir unseren Nahestehenden schenken?
την επιείκεια που δείχνουμε στους ανθρώπους που αγαπάμε;
-
μακροθυμία
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανεκτικότητα
- Ανεκτικότητα - Ανοχή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Toleranz " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
toleranz
-
ανεκτικότητα
noun feminineIhre eleganten Lektionen über Toleranz war einfach atemberaubend, weißt du?
Τα ευαίσθητα μαθήματά της για την ανεκτικότητα μου κόβουν την ανάσα.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη