Μετάφραση του "Ton" σε Ελληνικά
Οι άργιλος, πηλός, ήχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ton" σε Ελληνικά.
Ton
noun
masculine
γραμματική
-
άργιλος
noun masculineIn dieser Form eignet sich der Ton zum Reinigen und Entfärben.
Στη μορφή αυτή, η άργιλος είναι κατάλληλη για καθαρισμό και αποχρωμάτιση.
-
πηλός
noun masculineTon ist allerdings, auch wenn er gebrannt ist, kein sehr stabiles Material.
Ωστόσο, ακόμα και όταν σκληραίνει με το ψήσιμο, ο πηλός δεν είναι δυνατό υλικό.
-
ήχος
noun masculineDu wirst schreien wollen, aber du wirst keinen Ton von dir geben.
Θα θες να φωνάξεις, αλλά δεν θα βγαίνει ήχος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τόνος
- χρώμα
- ήχου
- λαλιά
- τρόπος
- φωνή
- Άργιλος
- νότα
- προφορά
- αρχείο ήχου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Ton " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Ton"
Φράσεις παρόμοιες με "Ton" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σε φιλικό τόνο
-
ακούγεται καλά
-
teching (dipping costumes) · δακτυλίδι · ηχώ · κομπάζω
-
Σύντομοι τόνοι
-
ήχος
-
Τόνοι διαρκείας
-
σε φιλικό τόνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη