Μετάφραση του "Tracer" σε Ελληνικά

Το ιχνηθέτης είναι η μετάφραση του "Tracer" σε Ελληνικά.

Tracer noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιχνηθέτης

    Eine bekannte Menge eines Inertgases (z. B. reines Helium) wird als Tracer in den Abgasstrom eingeleitet.

    Στο καυσαέριο προστίθεται ως ιχνηθέτης μια γνωστή ποσότητα αδρανούς αερίου (π.χ. καθαρού ήλιου).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tracer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tracer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη