Μετάφραση του "Tracer" σε Ελληνικά
Το ιχνηθέτης είναι η μετάφραση του "Tracer" σε Ελληνικά.
Tracer
noun
Noun
masculine
γραμματική
-
ιχνηθέτης
Eine bekannte Menge eines Inertgases (z. B. reines Helium) wird als Tracer in den Abgasstrom eingeleitet.
Στο καυσαέριο προστίθεται ως ιχνηθέτης μια γνωστή ποσότητα αδρανούς αερίου (π.χ. καθαρού ήλιου).
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Tracer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη